Ενσυναίσθηση… ο δρόμος του ΕΓΩ στη συνάντηση με το ΕΜΕΙΣ

Οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά πλάσματα, ζούμε σε σύνθετα κοινωνικά περιβάλλοντα και ξοδεύουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας αλληλεπιδρώντας σκεπτόμενοι τους άλλους. Κατά τη διάρκεια αυτών των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, ένα κρίσιμο πρώτο βήμα είναι να αντιληφθούμε τα  γεγονότα που συμβαίνουν και έχουν αντίκτυπο στους άλλους.

Το κλειδί σε αυτή την κατανόηση λέγεται Επικοινωνία, και είναι ένας κώδικας, ένας συνδυασμός συμβόλων, αν ήταν όμως μόνο αυτά τότε και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν θα είχαν αυτή την πολυμορφία που έχουν τώρα, ούτε το κάθε είδος σχέσης θα ήταν διαφορετικό, ούτε η κάθε σχέση θα είχε την ιδιαιτερότητά της. Άρα η τέχνη της επικοινωνίας είναι δύσκολη και πολύπλευρη μα συνάμα και γοητευτική. Ανεξήγητη πολλές φορές!  Κάποιες φορές  εκφράζεται κάπως αυταρχικά  χωρίς να το επιδιώκεις, σου επιβάλλεται, αλλά με θετικά αποτελέσματα! Και κάποιοι αυτό το λένε  «χημεία»,  όπως όταν συνδυάζεις δηλαδή δύο στοιχεία που από την ένωσή τους προκύπτει μια αντίδραση. Αυτό που λέμε λοιπόν «χημεία» στις σχέσεις, βασίζεται σε μια έμφυτη διαδικασία που λέγεται Ενσυναίσθηση και που πρέπει να την έχουν ανεπτυγμένη και οι δύο μέσα στη σχέση, προκειμένου να υπάρξει κατανόηση, συνεργασία, και αγάπη. Είναι κάτι που άλλοι την έχουν πολύ ανεπτυγμένη και άλλοι όχι! Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει ενσυναίσθηση, πως λειτουργεί και αν μπορούμε να την αναπτύξουμε όταν αυτή δεν υπάρχει…

Η ενσυναίσθηση είναι η επεξεργασία των γεγονότων, είναι το κλειδί για την ενθάρρυνση ως προς την επιτυχή κοινωνική μας αλληλεπίδραση. Αυτό περιλαμβάνει την κατανόηση του  πόνου των άλλων, αλλά και την αντίληψη  της χαράς των άλλων ανθρώπων. Η ενσυναίσθηση λοιπόν είναι η ικανότητα που αναγνωρίζει να σχετίζεται με τα συναισθήματα και τις σκέψεις των άλλων ανθρώπων. Συχνά  χαρακτηρίζεται ως η προθυμία και η ικανότητα να τοποθετηθεί το ίδιο το άτομο  στην κατάσταση ενός άλλου ατόμου, να αισθανθεί τα συναισθήματα άλλου ατόμου ή να αναγνωρίσει ότι ένα άλλο άτομο μπορεί να βιώσει συναισθήματα με τον ίδιο τρόπο όπως ο ίδιος.

Κατανόηση της ενσυναίσθησης

Ο ψυχολόγος Edward Titchener εισήγαγε για πρώτη φορά τη λέξη «empathy»  στην αγγλική γλώσσα, ενσυναίσθηση στην ελληνική,  πριν από 100 χρόνια, ως μετάφραση της γερμανικής λέξης Einfühlung («συναίσθημα σε»). Ενώ δεν υπάρχει πλήρης συναίνεση ως προς τον ακριβή ορισμό της ενσυναίσθησης, οι περισσότεροι θεωρητικοί συμφωνούν ότι η ενσυναίσθηση είναι, σε γενικές γραμμές, η ικανότητα να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε  τους άλλους ανθρώπους και την επιρροή τους. Η ενσυναίσθηση  είναι ξεχωριστή από τη συμπάθεια, που μπορεί να υπονοεί οίκτο. Είναι επίσης ξεχωριστή από τη συμπόνια, ένα χαρακτηριστικό που συνδυάζει στοιχεία τόσο της συμπάθειας όσο και της ενσυναίσθησης. Επίσης η ενσυναίσθηση  δεν είναι  παθητική διαδικασία. Η ενσυναίσθηση επιτρέπει την συμπόνια αλλά και τις πράξεις φιλανθρωπίας, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ούτε για αυτές. Οι  άνθρωποι μπορούν να συμπεριφέρονται ευγενικά για διάφορους λόγους, πολλοί από τους οποίους δεν σχετίζονται με την ενσυναίσθηση. Ο αλτρουισμός όμως , ή η ανιδιοτελής συμπεριφορά που ωφελεί τους άλλους, είναι στενά συνδεδεμένη με την ενσυναίσθηση. Οι αλτρουιστικές πράξεις δείχνουν γενικά ότι ένα άτομο έχει υψηλό επίπεδο ενδιαφέροντος  για τους άλλους. Μελέτες δείχνουν ότι και πολλά ζώα, εκτός από τους ανθρώπους, όπως πχ οι αρκούδες, είναι ικανά για αλτρουιστική συμπεριφορά.Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η ενσυναίσθηση αναπτύσσεται νωρίς στην παιδική ηλικία, καθώς ακόμη και μικρά βρέφη αντιδρούν στην δυσφορία των  άλλων. Μελέτες δείχνουν επίσης ότι όταν οι γονείς πειθαρχούν διδάσκοντας στα παιδιά τους την ενσυναίσθηση, τότε τα παιδιά μπορούν να  την αποκτήσουν  και αυτά.

Οι άνθρωποι που εμφανίζουν υψηλό δείκτη  ενσυναίσθησης γενικά εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερους κοινωνικούς κύκλους και πιο ικανοποιητικές  (αληθινές) σχέσεις, καθώς η ενσυναίσθηση διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις προσωπικές σχέσεις:  Η ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο απαραίτητη σε σχέση με τους αγαπημένους, αλλά και στην δημιουργία  κινήτρων, και στην επιτυχή συνεργασία με τους συναδέλφους και τους εργοδότες. Η έλλειψη ενσυναίσθησης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αρκετές συνθήκες ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα στην αντικοινωνική προσωπικότητα, η οποία προκαλεί μακροπρόθεσμα την εκμετάλλευση και την παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων. Η διάγνωση ορισμένων συνθηκών ψυχικής υγείας, όπως η ναρκισσιστική προσωπικότητα, μπορεί επίσης να υποδηλώνει έλλειψη ενσυναίσθησης.

Οι μελέτες στον τομέα της κοινωνικής νευρολογίας έχουν προσπαθήσει να εντοπίσουν τα νευρικά υποστρώματα μιας τέτοιας «ενσυναισθητικής  εμπειρίας». Σε ανθρώπινες μελέτες, οι αλληλεπικαλυπτόμενες νευρικές αντιδράσεις  σε γεγονότα που έχουν σχέση με τον  εαυτό μας και τους  άλλους έχουν συχνά ερμηνευτεί ως ένα μέτρο μέτρησης της ενσυναίσθησης. Έτσι η  ενσυναίσθηση θεωρείται ένας σημαντικός παράγοντας κινήτρου για την υπερ-κοινωνική συμπεριφορά που όταν δεν έχει αναπτυχθεί σωστά  δημιουργεί μια σειρά ψυχιατρικών και νευρολογικών διαταραχών, που όπως αναφέραμε παραπάνω είναι η ψυχοπάθεια (psychopathy) αλλά και ο αυτισμός (autism) . Η κατανόηση των μηχανισμών της ενσυναίσθησης δεν είναι μόνο επιστημονικού ενδιαφέροντος, αλλά μακροπρόθεσμα, θα μπορούσε να έχει πρακτικές επιπτώσεις στην προώθηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και στην παροχή βοήθειας σε άτομα με διαταραχές της κοινωνικής συμπεριφοράς.

Διάκριση της ενσυναίσθησης

Μια σημαντική διάκριση μέσα στη δομή της ενσυναίσθησης γίνεται συχνά μεταξύ των συναισθηματικών και γνωστικών πτυχών της. Η συναισθηματική ενσυναίσθηση είναι κοινώς η κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης του άλλου, όπως η εμπειρία του πόνου ή της ανταμοιβής, που γίνεται αντιληπτή μέσω της φαντασίας της εμπειρίας του άλλου ή μέσω της παρατήρησης. Αν και η συναισθηματική κατάσταση ενός παρατηρητή είναι ισομορφική  με αυτή ενός άλλου ατόμου, ο παρατηρητής γνωρίζει ότι κάποιος άλλος είναι η πηγή αυτής της εμπειρίας. Οι γνωστικές πτυχές της ενσυναίσθησης αναφέρονται συνήθως ως μια διανοητική  προοπτική, που εκφράζεται πολύ καλά μέσα από τη  θεωρία  του νου. Συνδυασμένες, αυτές οι δύο διαδικασίες δίνουν τη δυνατότητα στον παρατηρητή να κατανοήσει τις πεποιθήσεις, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου και τα δύο στοιχεία θεωρούνται σημαντικοί συντελεστές στην εμπειρία της ενσυναίσθησης . Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ορισμένοι συγγραφείς ορίζουν ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει μόνο τα «συναισθηματικά συστατικά στοιχεία» και επισημαίνουν ότι  τα «γνωστικά στοιχεία» είναι  ξεχωριστά  και συνδέονται με τη  «θεωρία του νου-theory of mind”» ή του «διανοητικού- mentalising» με βάση του ότι αυτά στηρίζονται σε αναγνωρισμένα νευρογνωστικά κυκλώματα .

Έχει συμφωνηθεί γενικά τη συναισθηματική ενσυναίσθηση να την ξεχωρίζουμε  από τη μεταδοτική συγκίνηση, τη μίμηση, την εμφατική ανησυχία, τη συμπόνια και τη συμπάθεια. Αν και αυτές οι διαδικασίες συμβαίνουν συνήθως σε παρόμοια πλαίσια, έχουν απομακρυνθεί εννοιολογικά από την ενσυναίσθηση. Για παράδειγμα, πρόσφατα παρουσιάσθηκε ένα καινούριο  μοντέλο ενσυναίσθησης, με τίτλο «το μοντέλο αυτοσυγκράτησης- the self-to-other » που υπογραμμίζει ότι η συναισθηματική μετάδοση είναι βασικός πρόδρομος της ενσυναίσθησης, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει  διάκριση μεταξύ του εαυτού και του άλλου. Έτσι, αν και η συγκίνηση μπορεί να είναι απαραίτητη για την ενσυναίσθηση, και είναι μια περίπτωση μιας εξειδικευμένης εμπειρίας, από μόνη της δεν αρκεί, εξαιτίας της έλλειψης της επίγνωσης της προέλευσης της συγκίνησης.

Τεστ Ενσυναίσθησης 

Διάφορα τεστ  αυτοαναφοράς – self report και συμπεριφοράς έχουν αναπτυχθεί για να καταγράψουν τη μεταβλητότητα της ενσυναίσθησης.  Ένα από τα πρώτα τεστ είναι ο Δείκτης Διαπροσωπικής Αντιδραστικότητας – Interpersonal Reactivity Index (IRI) που ασκεί τεράστια επιρροή στον τομέα της έρευνας της ενσυναίσθησης. Το IRI περιέχει υποκλίμακα που μετράνε την ενσυναισθητική ανησυχία, τη λήψη προοπτικής (λήψη επιλογών),  την προσωπική δυστυχία και τη φαντασία. Η λήψη προοπτικής και τα υποσύνολα φαντασίας, προτείνονται για τη μέτρηση της γνωστικής ενσυναίσθησης, ενώ η ενσυναισθητική ανησυχία και οι υποκλίσεις προσωπικής δυσφορίας θεωρείται ότι αξιολογούν την συναισθηματική ενσυναίσθηση.

Επίσης έχει δημιουργηθεί ένα όργανο που εκτιμά πιο στενά την πολυδιάστατη φύση της ενσυναίσθησης και αντικατοπτρίζει τους τρέχοντες ορισμούς της ενσυναίσθησης, και είναι το Ερωτηματολόγιο της Γνωστικής και Συναισθηματικής Ενσυναίσθησης -Questionnaire of Cognitive and Affective Empathy(QCAE) αναπτύχθηκε από τους Reniers και συνεργάτες . Το QCAE είναι ένα εργαλείο σχεδιασμένο για τη μέτρηση πέντε βασικών συνιστωσών της ενσυναίσθησης. Οι πέντε υποκλίμακες που προσδιορίστηκαν με αυτή τη διαδικασία είναι: 1) η λήψη προοπτικής(επιλογής)  -perspective taking (π.χ. «μπορώ εύκολα να πω αν κάποιος άλλος θέλει να μπει σε μια συνομιλία.»), 2) η  ηλεκτρονική προσομοίωση-online simulation (π.χ. «Πριν επικρίνω  κάποιον, προσπαθώ να φανταστώ πώς θα αισθανόμουν αν ήμουν στη θέση του»),  3) η μεταδοτική συγκίνηση  -emotion contagion (π.χ. «είμαι χαρούμενος όταν είμαι με μια χαρούμενη ομάδα και λυπημένος όταν οι άλλοι είναι σκυθρωποί»), 4) την περιφερειακή αποκρισιμότητα  -peripheral responsivity (π.χ. «συχνά εμπλέκομαι πολύ βαθιά με τα συναισθήματα ενός χαρακτήρα σε μια ταινία, ή ένα μυθιστόρημα») και 5) την εγγύς αποκρισιμότητα  (π.χ. «Συχνά εμπλέκομαι συναισθηματικά με τα προβλήματα των φίλων μου»). Αυτές οι   υποκλίμακες μπορούν να ομαδοποιηθούν περαιτέρω σε δύο παράγοντες που οι συγγραφείς ονόμασαν γνωστική και συναισθηματική ενσυναίσθηση. Η γνωστική ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τις  υποκλίμακες της προοπτικής και της ηλεκτρονικής προσομοίωσης, ενώ η συναισθηματική ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τις  υποκλίμακες της μεταδοτικής συγκίνησης, της περιφερειακής αποκρισιμότητας και της εγγύς αποκρισιμότητας. Το QCAE έχει αποδειχθεί ότι έχει καλώς επικυρωμένες ψυχομετρικές ιδιότητες. και μετρά την ενσυναίσθηση ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που αποτελείται από συναφή αλλά διαχωρίσιμες  έννοιες.

Συμπληρωματικά πρέπει να αναφέρουμε ως προς την λειτουργία καταμέτρησης της ενσυναίσθησης,  χρησιμοποιούμε στις έρευνες και την νευροαπεικόνιση, όπως είναι η Λειτουργική Μαγνητική Απεικόνιση (FMRI), όπου  η πλειοψηφία των εργασιών επικεντρώνεται  στη μελέτη των νευρικών αντιδράσεων στην εξειδικευμένη εμπειρία (δηλ, γεγονότα που θα έχουν αντίκτυπο στους άλλους, συμπεριλαμβανομένου του πόνου και της ανταμοιβής των άλλων), ως μέσου μέτρησης της ενσυναίσθησης και την εξέταση της μεταβλητότητας αυτών των νευρικών απαντήσεων.

Η Νευροψυχολογία της Ενσυναίσθησης

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Neuroscience στις 9 Οκτωβρίου 2013, οι ερευνητές του Max Planck διαπίστωσαν ότι η τάση να είμαστε  εγωκεντρικοί είναι έμφυτη για τα ανθρώπινα όντα – και ένα μέρος του εγκεφάλου μας αναγνωρίζει την έλλειψη ενσυναίσθησης και αυτορρύθμισης. Αυτό το συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου μας ονομάζεται   υπερμαγνητική έλικα – Supramarginal gyrus και είναι μια περιοχή του βρεγματικού λοβού. Αυτή η περιοχή του εγκεφάλου είναι επίσης γνωστή ως περιοχή Brodmann 40 βασισμένη στον παγκοσμίως χρησιμοποιούμενο χάρτη του εγκεφάλου  που δημιουργήθηκε από τον Korbinian Brodmann για να καθορίσει τις δομές στον εγκεφαλικό φλοιό. Ενδεχομένως εμπλέκεται στην αντίληψη και την επεξεργασία των γλωσσών και οι βλάβες σε αυτό μπορεί να προκαλέσουν την αφασία του Βέρνικε ή αλλιώς δεκτική  αφασία.

Όταν αυτή η περιοχή του εγκεφάλου δεν λειτουργεί σωστά – ή όταν πρέπει να πάρουμε ιδιαίτερα γρήγορες αποφάσεις – οι ερευνητές βρήκαν ότι η ικανότητά τους για ενσυναίσθηση μειώνεται δραματικά. Αυτή η περιοχή του εγκεφάλου μας βοηθά να διακρίνουμε τη δική μας συναισθηματική κατάσταση από αυτή των άλλων ανθρώπων και είναι υπεύθυνη για την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια.

Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την Tania Singer δήλωσε: «Όταν αξιολογούμε τον κόσμο γύρω μας και τους συνανθρώπους μας, χρησιμοποιούμε τον εαυτό μας ως κριτήριο και τείνουμε να προβάλλουμε τη συναισθηματική μας κατάσταση σε άλλους. Ενώ η έρευνα της γνώσης έχει ήδη μελετήσει λεπτομερώς αυτό το φαινόμενο, τίποτα δεν είναι γνωστό για το πώς λειτουργεί σε συναισθηματικό επίπεδο. Θεωρήθηκε ότι η δική μας συναισθηματική κατάσταση μπορεί να διαστρεβλώσει την κατανόησή μας για τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, ιδιαίτερα αν αυτά είναι τελείως διαφορετικά από τα δικά μας. Αλλά αυτή η συναισθηματική εγωκεντρικότητα δεν είχε μετρηθεί μέχρι τώρα.

Ο σωστός υπερμαγνητικός έλικας διασφαλίζει ότι μπορούμε να αποσυνδέσουμε την αντίληψή μας για τον εαυτό μας από αυτή των άλλων. Όταν οι νευρώνες σε αυτό το τμήμα του εγκεφάλου είχαν διαταραχθεί κατά τη διάρκεια ενός ερευνητικού έργου, οι συμμετέχοντες δυσκολεύονταν να σταματήσουν να προβάλλουν τα συναισθήματα και τα γεγονότα  στους  άλλους. Οι αξιολογήσεις των συμμετεχόντων ήταν επίσης λιγότερο ακριβείς όταν αναγκάστηκαν να λάβουν ιδιαίτερα γρήγορες αποφάσεις.

Ανατομία του πρόσθιου φλοιού του κόλπου και της πρόσθιας νησίδας
Οι μελέτες που έχουν εξετάσει τη νευρολογική βάση της ενσυναίσθησης ως  έμμεσης εμπειρίας  και συγκεκριμένα, οι υποδιαιρέσεις στον πρόσθιο φλοιό του κόλπου και στην νησίδα υποδηλώνουν σχετική εξειδίκευση, καθώς και αλληλοεπικάλυψη, όταν επεξεργάζονται πληροφορίες για άλλους.

Ο πρόσθιος φλοιός του κόλπου anterior cingulate cortex (ACC) και η πρόσθια νησίδα-anterior insula  (AI) είναι βασικές περιοχές του εγκεφάλου που ανταποκρίνονται κατά τη διάρκεια της εμπειρίας. Κατά συνέπεια, η κατανόηση της λειτουργικής ανατομίας αυτών των περιοχών είναι ζωτικής σημασίας για να κατανοηθεί ο τρόπος επεξεργασίας των εξειδικευμένων πληροφοριών και για να καταστεί δυνατή η σύγκριση μεταξύ των ειδών.

                                             

 

Συνολικά, το ανατομικό και λειτουργικό προφίλ των ACCg και AI υποδεικνύει ότι αυτές οι περιοχές μπορεί να εμπλέκονται στην επεξεργασία κοινωνικών πληροφοριών, δηλαδή σε πληροφορίες που απευθύνονται σε άλλους ανθρώπους ή σε πληροφορίες που παίρνουμε από άλλους ανθρώπους.

Η Νευρολογική Βάση για την Έλλειψη Ενσυναίσθησης

Ψυχοπάθεια- αντικοινωνικότητα  είναι μια διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ενσυναίσθησης, τύψεως, την ρηχή πολυλογία χωρίς ειλικρίνεια, τη χειραγώγηση και την αναισθησία. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκονται σε διαφορετικό βαθμό στα άτομα, γι αυτό και υπάρχουν διαβαθμίσεις της ψυχοπάθειας, π.χ. κάποιοι μπορεί να μη νιώθουν τύψεις όταν ενεργούν ψυχοπαθητικά και αυτές να εμφανίζονται πολύ μετά όταν επεξεργάζονται αργότερα στο μυαλό τους τα γεγονότα που έχουν συμβεί.  Όταν τα άτομα με ψυχοπάθεια φανταστούν τους άλλους στον πόνο τους, οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που απαιτούνται για το αίσθημα συμπάθειας και ενδιαφέροντος  για τους άλλους δεν   δραστηριοποιούνται  για  να συνδεθούν με άλλες σημαντικές περιφέρειες που εμπλέκονται στην συναισθηματική επεξεργασία και τη λήψη συμπονετικών αποφάσεων.

Μια μελέτη το Σεπτέμβριο του 2013 του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Frontiers in Human Neuroscience βρήκε τις νευροβιολογικές ρίζες της ψυχοπαθητικής συμπεριφοράς. Όταν οι συμμετέχοντες ψυχοπαθείς φαντάζονταν πόνο στον εαυτό τους, έδειξαν μια τυπική νευρική απόκριση στις περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονταν στην ενσυναίσθηση για τον πόνο,  συμπεριλαμβανομένης της πρόσθιας νησίδας -anterior insula, του πρόσθιου μεσοκοιλιακού φλοιού- anterior midcingulate cortex, του σωματοαισθητικού φλοιού -somatosensory cortex και της  αμυγδαλής -amygdala. Η αύξηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας στις περιοχές αυτές ήταν ασυνήθιστα έντονη, υποδηλώνοντας ότι οι ψυχοπαθητικοί άνθρωποι είναι ευαίσθητοι στη σκέψη του πόνου, όταν πρόκειται για τον εαυτό τους.

Όταν οι συμμετέχοντες φαντάζονταν πόνο στους άλλους, αυτές οι περιφέρειες απέτυχαν να γίνουν ενεργοί, με συνέπεια να μη μπορούν να βρεθούν στη θέση κάποιου άλλου και να αισθανθούν τον πόνο τους. Πολύ σημαντικό ήταν ότι σε μια σαδιστική προτροπή, όταν φαντάζονταν δηλαδή να προκαλούν πόνο στους άλλους, οι ψυχοπαθείς έδειξαν στην πραγματικότητα μια αυξημένη νευρική ανταπόκριση στο κοιλιακό ραβδωτό σώμα -ventral striatum,  μια περιοχή που είναι γνωστή για την ευχαρίστηση. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν με το ευρέως χρησιμοποιούμενο Psychopathy Checklist—revised (PCL-R), το οποίο είναι ένα διαγνωστικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό ποικίλων βαθμών ψυχοπαθητικών τάσεων. Με βάση αυτή την αξιολόγηση, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν στη συνέχεια σε τρεις ομάδες περίπου 40 ατόμων η κάθε μία: βαριά , μέτρια και ελαφρά  ψυχοπαθητικοί με στόχο τη θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

Το ποσοστό ψυχοπάθειας στις φυλακές είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο πληθυσμό. Περίπου το 23% των κρατουμένων θεωρείται ψυχοπαθητικός ενώ στο μέσο όρο εκτός φυλακής ο  πληθυσμός είναι περίπου 1%. Για να κατανοήσουν καλύτερα τη νευρολογική βάση της δυσλειτουργίας της ενσυναίσθησης των ψυχοπαθητικών, οι νευροεπιστήμονες χρησιμοποίησαν τη λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (fMRI) στους εγκεφάλους 121 κρατουμένων μιας φυλακής μέσης ασφαλείας στις Η.Π.Α.. Στη μελέτη οι συμμετέχοντες έδειξαν μια ποικιλία οπτικών σεναρίων που απεικόνιζαν  σωματικούς πόνους, όπως ένα δάκτυλο που έχει πιαστεί ανάμεσα σε μια πόρτα ή ένα δάκτυλο που έχει πιαστεί κάτω από ένα βαρύ αντικείμενο. Στη συνέχεια τους ζητήθηκε να φανταστούν ότι αυτό το ατύχημα συνέβη στον εαυτό τους ή σε κάποιον άλλο. Παρουσιάστηκαν επίσης εικόνες ελέγχου που δεν απεικονίζουν καμία οδυνηρή κατάσταση, όπως για παράδειγμα ένα χέρι σε ένα πόμολο. Στην έρευνα επιβεβαιώθηκαν τα παραπάνω πορίσματα, όπως στην έρευνα του ψυχοπαθητικού πληθυσμού εκτός φυλακής.

Πως συμβαίνει να μειώνεται η ενσυναίσθηση ;

Όταν βρίσκεστε σε μια ευχάριστη και άνετη κατάσταση, είναι πιο δύσκολο να νιώσετε ενσυναίσθηση  ως προς  τα βάσανα κάποιου άλλου ατόμου. Σε νευροβιολογικό επίπεδο – όταν δε λειτουργεί σωστά  η υπερμεγέθη έλικα – ο εγκέφαλός  δυσκολεύεται να βρεθεί στα «παπούτσια» κάποιου άλλου. Για να το δοκιμάσουν στο εργαστήριο, οι ερευνητές του Max Planck χρησιμοποίησαν ένα πείραμα αντίληψης στο οποίο οι συμμετέχοντες, που εργάστηκαν σε δύο ομάδες, εκτέθηκαν είτε σε ευχάριστα είτε σε δυσάρεστα ταυτόχρονα οπτικά και απτικά ερεθίσματα. Μέχρι τώρα, τα μοντέλα κοινωνικής νευροεπιστήμης έχουν υποθέσει ότι οι άνθρωποι στηρίζονται απλώς στα συναισθήματά τους ως αναφορά την ενσυναίσθηση. Αυτό όμως λειτουργεί μόνο αν είμαστε σε μια ουδέτερη κατάσταση ή την ίδια κατάσταση με τον ομόλογό μας. Διαφορετικά, ο εγκέφαλος πρέπει να χρησιμοποιήσει το σωστό υπερμαγνητικό έλικα για να εξουδετερώσει και να διορθώσει την τάση  για εγωκεντρικές αντιλήψεις ως προς τον πόνο των άλλων,  ή τη δυσφορία.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η εύρεση των νευροβιολογικών ριζών της ενσυναίσθησης έναντι της ψυχοπάθειας  μπορεί να οδηγήσει σε προγράμματα παρέμβασης σε έναν τομέα για τη θεραπεία του πεσιμισμού και της απελπισίας. Η επιδίωξη ανάπτυξης των νευρωνικών δικτύων που απαιτούνται για να καταστήσουν τους ανθρώπους περισσότερο ενσυναίσθητους μπορεί να είναι το κλειδί για τη στοχοθέτηση της ψυχοπαθητικής συμπεριφοράς και τη μείωση του βίαιου εγκλήματος.

Η νευροεπιστήμη μας επιτρέπει να βλέπουμε μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο και να κατανοούμε καλύτερα το μυαλό μας. Με αυτές τις γνώσεις μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε καθημερινές επιλογές νοοτροπίας και συμπεριφοράς που όχι μόνο αναδιαμορφώνουν τα νευρωνικά  μας κυκλώματα αλλά μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε με τους άλλους.

Επειδή το νευρωνικό κύκλωμα του εγκεφάλου μας είναι εύπλαστο και μπορεί να επανασυνδεθεί μέσω της νευροπλαστικής του τάσης, η τάση του ατόμου για ενσυναίσθηση και συμπόνια δεν είναι ποτέ σταθερή. Όλοι πρέπει να εξασκήσουμε τον εαυτό μας, να μπαίνουμε στη θέση  κάποιου άλλου για να ενισχύσουμε τα νευρωνικά δίκτυα που μας επιτρέπουν να «αγαπάμε τον άλλο ως τον εαυτό μας» και «να κάνουμε στους  άλλους ότι  θα κάναμε εμείς για εμάς».

Αναστασία Βαρσαμοπούλου

Βιβλιογραφικές πηγές

1.The social neuroscience of empathy.  

2. Empathy and prosocial behavior    

3.The self to other model of empathy: Providing a new framework for understanding empathy impairments in psychopathy, autism, and alexithymia

4. The neural basis of empathy

5. Emotion regulation moderates the association between empathy and prosocial behavior      

6. Rudimentary empathy in macaques’ social decision-making

7. The empathic brain: how, when and why?

8. The psychopath magnetized: insights from brain imaging

9. Clinical assessment of social cognitive function in neurological disorders

10. The functional architecture of human empathy

11. Empathy: conceptualization, measurement, and relation to prosocial behavior

12. These things called empathy: eight related but distinct phenomena

13. The neural basis of mentalizing

14. The neuronal basis and ontogeny of empathy and mind reading: review of literature and implications for future research 

15. The effects of dispositional empathy on emotional reactions and helping: a multidimensional approach 

16. The QCAE: a questionnaire of cognitive and affective empathy

17. Meta-analytic evidence for common and distinct neural networks associated with directly experienced pain and empathy for pain

18. Is there a core neural network in empathy? An fMRI based quantitative meta-analysis

19. Encoding of vicarious reward prediction in anterior cingulate cortex and relationship with trait empathy